Δευτέρα, 28 Απριλίου 2014

ΤΑ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΑ ΕΠΩΝΥΜΑ


Η δηλωση του επάγγελματος η ενος αξίωματος , γρήγορα καθιερώθηκε ως επώνυμο , καθώς διευκόλυνε την διάκριση ατόμων με το ίδιο όνομα σε κλειστές ιδίως κοινωνίες.----
Τα επαγγελματικά ονόματα εμφανίζονται ήδη από τα αρχαία χρόνια (Αιπολός , Βουκόλος , Ακέστωρ <γιατρός> , Ναυπηγός , και πολλαπλασιάζεται στα βυζαντινά χρόνια :Αμπελάς , Λαχανάς ,Ζωναράς ,Καμπανάρης , Γραμματικός ,Παλαιολόγος <που ασχολείται με τα παλιά>. Μια μεγάλη κατηγορία βυζαντινών επαγγελματικών ονομάτων περιλαμβάνει ονόματα κοσμικών και εκκλησιαστικών αξιωμάτων :Δομέστικος ,Δούκας , Λογοθέτης , Νοταράς , Σχολάριος <σωματοφύλακας του αυτοκράτορα>.
Αρκετά από τα βυζαντινά επαγγελματικά που προσδιορίζουν εκκλησιαστικά αξιώματα διατηρήθηκαν έως σήμερα είτε ως αξιώματα είτε ως επώνυμα χάρη στην εκκλησιαστική παράδοση :Δομέστιχος ,Έξαρχος ,-άκος , -ίδης , -όπουλος , Ευταξίας (ο επί <της ευταξίας> της εκκλησίας).Τα πιο συνηθισμένα παραγωγικά επιθήματα για τον σχηματισμό των νεοελληνικών επαγγελματικών είναι τα -άρης και ας.
- άρης:Αρκουδάρης ,Γελαδάρης.
-ας Ασβεστάς, Βαγενάς (βαρελάς).
Τα περισσότερα από τα ξένα επαγγελματικά που πέρασαν στη γλώσσα μας έχουν τούρκικη καταγωγή:Αλμπάνης και Ναλμπάνης (nalbant πεταλωτής) .
Ορισμένα από τα επαγγελματικά τουρκικής προέλευσης δηλώνουν αξίωμα:Βεζίρης , Δερβέναγας , Ζαΐμης , Κεχαγιάς .Το παραγωγικό επίθημα των επαγγελματικών τουρκικής αρχής είναι το -τζής /-τσής (-ξής ) ,Αλτιντζής -όγλου ,(altinci χρυσοχόος), Πεσμαζόγλου (pestamalci κατασκευαστής και πωλητής πετσετών μπάνιου).
Από τα ξένα επιθέματα επαγγελμάτων εκπροσωπούνται με περιορισμένα παραδείγματα τα ιταλικά -iere (Καροτσιέρης ,Κασιέρης , Μπαρμπέρης.κλπ) και -oro (Σπαγγαδόρος).

Κυριακή, 27 Απριλίου 2014

ΕΠΩΝΥΜΑ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ

Πολλά επώνυμα προέρχονται ,σύμφωνα με τον Ν.Π. Ανδριώτη, «Συμβολή στη μελέτη των νεοελληνικών επωνύμων» από:

-Απλά ρήματα από τον ενεστώτα της οριστικής στο πρώτο ενικό πρόσωπο:
Βήχος (βήχω), Βλάβος( βλάβω), Θαρρός (θαρρώ), Καταλειπός (καταλείπω), Καπνίζος (καπνίζω), Καταντός (καταντώ), Κατέχος (κατέχω), Κιλαηδώνης (κελαηδώ), Κλάνος( κλάνω), Κλώθος (κλώθω), Κρένος (κρένω), Λέγος (λέγω), Λυγίζος (λυγίζω), Νυστάζος-Νυσταζόπουλος(νυστάζω), Πιστευός (πιστεύω), Τρέμος (τρέμω), Ψάχος (ψάχω).
-Επώνυμα από τον ενεστώτα στο τρίτο ενικό πρόσωπο, με προσθήκη του πτωτικού –ς της ονομαστικής των αρσενικων ονομάτων:
Αγρεύης (αγριεύει), Ασημώνης (ασημώνει), Βουλώνεις (βουλώνει), Γαργαλής (γαργαλεί), Γουρλώνης (γουρλώνει), Δένης (δένει), Κακιώνης (κακιώνει), Κατέχης (κατέχει), Κολώνης (κωλώνει),Κουμαντάρης-Κουμανταράκης (κουμαντάρει), Κουτσοπίνης (κουτσοπίνει), Κρυώνης (κρυώνει), Μαγκώνης (μαγκώνει), Μαργώνης (μαργώνει), Παρασύρης (παρασύρει), Παχύνης (παχύνει), Περιμένης (περιμένει), Πλάλης (πιλαλεί), Ροβόλης (ροβολεί), Τρέμης (τρέμει), Τρίζης (τρίζει) κτλ.
-Επώνυμα που έχουν βάση τους γραμματικούς τύπους του μέλλοντα και του αόριστου:
Ακλάσης( κλάσει), Βροντήσης (βροντήσει), Γανώσης (γανώσει), Γδύσης (γδύσει), Γελάσης-Γελασέας-Γελασάκης (γελάσει), Κακίσης (κακίσει), Καπνίσης (καπνίσει), Καταφέρης (καταφέρει), Κατέβης (κατέβει), Κλάψης-Κλαψής (κλάψει), Κοιμίσης (κοιμίσει), Κολάσης (κολάσει), Κορδώσης (κορδώσει), Κορώσης (κορώσει), Κράξης (κράξει), Λιμάξης (λιμάξει), Μαλώσης (μαλώσει), Σιμώσης (σιμώσει), Φάης (φάει), Χάψης (χάψει).
Από την αντιστοιχία αυτή του τρίτου ενικού προσώπου του ρήματος και του επωνύμου φαίνονται να παρεκκλίνουν τα Παίξος, Χάσος, Συλλάβος όπου υπόκεινται μάλλον στο πρώτο ενικό πρόσωπο, και τα Γράψας, Γραψίας, Δώσας, Λάμψας, Παίξας, Πλακώσας, Χάσας και Χάψας που είτε προέρχονται από το τρίτο πρόσωπο του ενικού ή πρόκειται για μετοχές αορίστου.
Επώνυμα από τον ενεστώτα της προστακτικής:
Αγνάντας, Αλησμονής, Γαργάλας, Γύρνας, Ζήβας(ζήβα=σβήσε), Ζούπας, Καβάλας, Καβαλίκας, Καρτέρας, Κατέβας, Κλότσας, Κοίτας, Λάσκας, Λειτούργης, Μάινας(μαϊνάρω), Ξεφλούδας, Παρηγόρης, Πασπάτης, Περπάτης, Πιλάλης, Ρούφας, Σαλαπάτας, Σάλταςμ Σκούντας, Σκύφτας, Συντήρηςμ Σφύρας, Τραγούδας, Τρέχας(πρβ.Παπατρέχας), Τσάκος(τσάκω=προστακτική του τσακώνω), Τσαλαπάτας, Τσίμπας, Τσαλαβούτας, Τσουρούφλιας, Φέγγας, Φεύγας και Φευγάς, Χαιρέτας.

Σάββατο, 26 Απριλίου 2014

ΠΑΡΑΤΣΟΥΚΛΙΑ-ΠΑΡΑΝΟΜΙΑ


ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΑΡΑΝΟΜΙΑ -ΠΑΡΑΤΣΟΥΚΛΙΑ.--

Από τα πανάρχαια χρόνια ο άνθρωπος δεν έπαψε να παρανομιάζει τον διπλανό του, να του προσάπτει κάποιο σκωπτικό ή άλλο χαρακτηρισμό που σιγά σιγά καθιερωνόταν και επικρατούσε.----
Εισαγωγικά θα σχολιάσω τρία παραδείγματα από την αρχαία Ελλάδα.-----
Ο Πλάτωνας, ο κορυφαίος Έλληνας φιλόσοφος, γόνος αριστοκρατικής οικογένειας της Αθήνας, ήταν το παρανόμι (παρατσούκλι) του Αριστοκλή, γιου του Αρίστωνα και της Περιεκτιόνης. Κάποιος παιδοτρίβης (γυμναστής) τού έδωσε το όνομα αυτό επειδή ο νέος είχε ευρύ στέρνο και πλατύ μέτωπο. Με την πάροδο του χρόνου ο Αριστοκλής έγινε γνωστός με το παρανόμι του.
Άλλο παράδειγμα είναι ο Οιδίποδας, ο μυθικός βασιλιάς των Θηβών, γνωστός από τις ομώνυμες τραγωδίες του Σοφοκλή. Οι γονείς του, Λάιος και Ιοκάστη, δεν του έδωσαν καν όνομα αφού ο Λάιος έδεσε τα πόδια του βρέφους με λουρί και το παρέδωσε σε έμπιστο υπηρέτη για να το εγκαταλείψει στον Κιθαιρώνα. Το βρήκε ωστόσο βοσκός και το έφερε στον Πόλυβο, βασιλιά της Κορίνθου, που το υιοθέτησε. Δεν ξέρομε αν ήταν ο βασιλιάς, η βασίλισσα ή κάποιος άλλος που του έδωσε το όνομα Οιδίποδας (οίδημα + πους = πρήξιμο + πόδας) επειδή τα πόδια του βρέφους ήταν πρησμένα από την κακοποίηση.
Η περίφημη εταίρα της Αθήνας η Φρύνη είναι επίσης ένα άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Το αληθινό της όνομα ήταν Μνησαρέτη και καταγόταν από τις Θεσπιές της Βοιωτίας. Το παρανόμι Φρύνη προέρχεται από τη λέξη φρύνη (και φρύνος), είδος βατράχου (αφορδακού!) με ωχρό χρώμα. Από τις Εκκλησιάζουσες του Αριστοφάνη μαθαίνομε ότι και άλλες Αθηναίες εταίρες πήραν το όνομα αυτό από την απόχρωση της επιδερμίδας.
Γενικά τα παρανόμια αντικατοπτρίζουν, μπορεί να πει κανείς, μια κοινωνία, απεικονίζουν χαρακτήρες, παραπέμπουν σε επαγγέλματα, κτλ.
Η μελέτη τους έχει ιδιαίτερο λαογραφικό και εθνολογικό ενδιαφέρον.

Δουμανάς< ΝτοΟμανός < ντουμάνι από το Τουρκικό duman = καπνός
Δραγούτσος από τη λόγια αποκατάσταση. Τραγούτσος < Δραγούτσος < τράγος + τσο = το παιδί του τράγου.